See you next year! summer

Murmuring water wake from the root of the pine to see the sparrows' eyes
and bring back to life the waterless earth beneath with the scent of basil
and the whistling lizard. You are dryness a naked vein under a terrible
glance of wind is a silent spark in the shining wealth of stars. No one
notices you no one stops to hear your breath but you with your heavy step
with your proud nature will reach one day the leaves of the apricot tree
you will go up into the lithe branches of the broom plant and you will roll
from the eyes of a lover like a young moon. There is an immortal stone on
which a humane mortal angel once wrote his name when he was passing
and a song which no one yet knows neither the maddest children nor the
wisest nightingale. It is locked up now in a cave of Mount Devi among the
valleys and the ravines of my fatherland but when some day it opens and
this angelic song bursts forth against decay and time instantly the rain will
stop the mud will dry the snows will melt in the mountains the wind will
cease the swallows will revive the willows will tremble and men with cold
eyes and pale faces when they hear the bells ringing by themselves in the
broken bell towers will find carnival hats to wear and tie gaudy ribbons on
their shoes. Because no one will ever joke any more the blood in the
streams will overflow the horses will snap their bridles from the mangers
the straw will turn green in the in the stables on the roof tiles poppies and
mayflowers willl spring anew and at all the crossroads they will light red
fires at midnight. Then the fearful girls will come little by little to toss their
last garments into the fire and completely bare will dance around it like the
time when we were young and a window opened a flaming carnation at dawn in their breast.

Gatsos Nikos poetry: ''Amorgos", part 4

 Copyright © Diana Gilliland Wright,October 2007.

Ξύπνησε γάργαρο νερὸ ἀπὸ τὴ ρίζα του πεύκου νὰ βρεῖς τὰ μάτια τῶν
σπουργιτιῶν καὶ νὰ τὰ ζωντανέψεις ποτίζοντας τὸ χῶμα μὲ μυρωδιὰ
βασιλικοῦ καὶ μὲ σφυγρίγματα σαύρας. Τὸ ξέρω εἶσαι μιὰ φλέβα γυμνὴ
κάτω ἀπὸ τὸ φοβερὸ βλέμμα τοῦ ἄνεμου εἶσαι μιὰ σπίθα βουβὴ μέσα στὸ
λαμπερὸ πλῆθος τῶν άστρων. Δὲ σὲ προσέχει κανεὶς κανεὶς δὲ σταματᾶ ν´
ἀκούσει τὴν ἀνάσα σου μὰ σὺ μὲ τὸ βαρύ σου περπάτημα μὲς στὴν ἀγέρωχη
φύση θὰ φτάσεις μιὰ μέρα στὰ φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ´ ἀνέβεις στὰ
λυγερὰ κορμιὰ τῶν μικρῶν σπάρτων καὶ θὰ κυλήσεις ἀπὸ τὰ μάτια μιᾶς
ἀγαπητικιᾶς σὰν ἐφηβικὸ φεγγάρι. Ὑπάρχει μιὰ πέτρα ἀθάνατη ποὺ
κάποτε περαστικὸς ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ´ ὀνομά του ἀπάνω
της κι ἕνα τραφούδι ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἀκόμα κανεὶς οὔτε τὰ πιὸ τρελὰ
παιδιὰ οὔτε τὰ πιὸ σοφὰ τ´ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σὲ μιὰ σπηλιὰ
τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στὶς λαγκαδιὲς καὶ στὰ φαράγγια τῆς πατρικῆς
μου γῆς μὰ ὅταν ἀνοίξει κάποτε καὶ τιναχτεῖ ἐνάντια στὴ φθορὰ καὶ στὸ
χρόνο αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ τραγούδι θὰ πάψει ξαφνικὰ ἡ βροχὴ καὶ θὰ
στεγνώσουν οἱ λάσπες τὰ χιόνια  θὰ λυώσουν στὰ βουνὰ θὰ κελαηδήσει
ὁ ἄνεμος τὰ χελιδόνια θ´ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριὲς θὰ ριγήσουν κι οἱ
ἄνθρωποι μὲ τὰ κρύα μάτια καὶ τὰ χλωμὰ πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τὶς
καμπάνες νὰ χτυπᾶν μέσα στὰ ραγισμένα καμπαναριὰ μοναχές τους θὰ
βροῦν καπέλα γιορτινὰ νὰ φορέσουν καὶ φιόγκους φανταχτεροὺς νὰ
δέσουν στὰ παπούτσια τους. Γιατὶ τότε κανεὶς δὲ θ´ ἀστειεύεται πιὰ τὸ
αἶμα τῶν ρυακιῶν θὰ ξεχειλίσει τὰ ζῶα θὰ κόψουν τὰ χαλινάρια τους στὰ
παχνιὰ τὸ χόρτο θὰ πρασινίσει στοὺς στάβλους στὰ κεραμίδια θὰ
πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καὶ μάηδες καὶ σ´ ὅλα τὰ
σταυροδρόμια θ´ἀνάψουν κόκκινες φωτιὲς τὰ μεσάνυχτα. Τότε θὰ ´ρθοῦν
σιγὰ-σιγὰ τὰ φοβισμένα κορίτσια γιὰ νὰ πετάξουν τὸ τελευταῖο τους
ροῦχο στὴ φωτιὰ κι ὁλόγυμνα θὰ χορέψουν τριγύρω της ὅπως τὴν ἐποχὴ
ἀκριβῶς ποὺ εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἅνοιγε ἕνα παράθυρο τὴν αὐγὴ γιὰ νὰ· φυτρῶσει στὸ στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο.

Γκάτσος Νίκος "Αμοργός", Πατάκη 2009, 13η έκδοση, σελ. 21-22

  A song for the summer
listen to and read the poem 

No comments:

...η μελέτη του σώματος δίνει την αίσθηση ανείπωτης περιπλοκής...
Φρ. Νιτσε