Olive grove III

...nor a silk bonnet for the head of a whale.
It is a saw from the sea that slaughters the gulls
a carpenter's cushion a beggar's clock
a fire in a gypsy's forge who seduces priests' wives and sings a lullaby for lilies
a marriage for Turks a celebration of Australians
a lair of Hungarians
where the hazelnut trees go to meet secretly in fall
they see the wise storks dying their eggs black
and they weep too
they burn their nightgowns and put on ducks' petticoats
they spread stars on the earth for kings to walk on
with their silver amulets with the crown and the purple
they spread rosemary on beds
so the mice will go to another cellar
go to other churches to eat the Holy Table
And the little owls pedia mou
the little owls shriek
and the dead nuns wake up to dance
with tambourine and fiddles with pipes and lutes
with pennants and incense with herbs and charms
wearing bears' britches in the frozen valley
they eat the ferrets' mushrooms
they play heads-or-tails for Ai' Yanni's ring and the Black's gold coin
they laugh at witches
they cut a priest's beard with the yatghan of Kolokotronis
they bathe in the mist from the incense
and later chanting they go slowly down under the earth and are silent
like waves are silent like the dawn cuckoo like the evening lamp
that's how the grape withers in a deep jar and an apple yellows in the bell
tower of a fig tree
how the summer sighs
with a loud necktie in the grape arbor
how my gentle love all bare in the white cherry blossoms
rests with her head in the crook of her arm and her hand over her gold coin
in its morning's warmth when silently as a thief
dawn comes over the windowsill of spring to waken her!

Gatsos Nikos poetry: ''Amorgos", part 4
Copyright © Diana Gilliland Wright,October 2007.

Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.
Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους
Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου
Εἶναι φωτιὰ σ’ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει
τὰ κρίνα
Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι
Εἶναι λημέρι τῶν Οὕγγρων
Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται
Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαγροὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ’ αὐγά τους
Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς
Καῖνε τά νυχτικά τους καὶ φοροῦν τό μισοφόρι τῆς πάπιας
Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες
Μὲ τ’ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα
Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς
Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ’ ἄλλο κελλάρι
Νὰ μπούνε σ’ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες
Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ  ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια
Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν
Παίζουν κορώνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ´ Ἁη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ
τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὴς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὁπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ
ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ
Ἔτσι σ´ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ
μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριάς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μιὰ τρυφερή μου ἀγαπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ-σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπό τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει̣!

 Γκάτσος Νίκος "Αμοργός", Πατάκη 2009, 13η έκδοση, σελ. 11-13

No comments:

...η μελέτη του σώματος δίνει την αίσθηση ανείπωτης περιπλοκής...
Φρ. Νιτσε